Skakistis's Weblog

ματιές στο «μεγάλο παιχνίδι»

Οι τουρκικές θέσεις για το Αιγαίο

leave a comment »

aeg

Οι στρατιωτικής υφής εντάσεις γύρω από το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι υπενθυμίζουν το γραμμάτιο που υπέγραψε η κυβέρνηση Σημίτη το 1996 προκειμένου να αποφύγει την κλιμάκωση της κρίσης των Ιμίων και την εξέλιξή του σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η ελληνική κυβέρνηση τότε κατέθεσε εχέγγυα στην Τουρκία με τριτεγγυητή την Ουάσιγκτον προκειμένου να «αγοράσει» ειρήνη. Σήμερα, δεκατρία χρόνια μετά, οι πιστωτές προβάλουν τις απαιτήσεις τους. Aς τις θυμηθούμε.

Οι τουρκικές θέσεις, έχουν συστηματικά διατυπωθεί σε δύο βιβλία που εκδόθηκαν στην Αγκυρα το 1998, από το Ιδρυμα Κεμάλ Ατατούρκ και χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση των στελεχών της τουρκικής γραφειοκρατίας στον στρατό και την διοίκηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τουρκική διπλωματία τοποθετεί το θέμα των νησιών «αμφισβητούμενης κυριαρχίας», ως ζήτημα το οποίο και οι δύο χώρες αποδέχονται ως διαφορά τους. Αυτή η ταξινόμηση, δεν οφείλεται μόνο σε προπαγανδιστικούς λόγους. Η Αγκυρα θεωρεί ότι με την εξέλιξη που είχε η κρίση της Ιμιας (αμοιβαία αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων των δύο χωρών από τις νησίδες) αποδεικνύεται η θέση της περί νησιών αδιευκρίνιστης κυριαρχίας. Επίσης, οι τουρκικές κυβερνήσεις μετά τη Συμφωνία της Μαδρίτης μεταξύ Σημίτη και Ντεμιρέλ, όπου αναγνωρίζονται τα τουρκικά ζωτικά συμφέροντα στο Αιγαίο, θεωρούν ότι η Αθήνα, εμμέσως πλην σαφώς, έχει αποδεχτεί την άποψη της Αγκυρας περί της «ύπαρξης νησιών αμφισβητούμενης κυριαρχίας». Πρόκειται, μάλιστα για θέση, που η Αγκυρα θεωρεί ότι έχει ισχυροποιηθεί μετά τα Συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής του Ελσίνκι, τα οποία καλούν τις δύο χώρες να αξιοποιήσουν τις διαδικασίες περί ειρηνικής επίλυσης διαφορών που προσφέρει το Διεθνές Δίκαιο για την αντιμετώπιση των συνοριακών και άλλων συναφών τους διαφορών.

Νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας

«Οι ελληνικοί ισχυρισμοί περί κυριαρχικών δικαιωμάτων επί γεωγραφικών σχηματισμών (νησιά, νησίδες και βραχονησίδες) οι οποίοι επί αιώνες βρίσκονται υπό Οθωμανική/ τουρκική κυριότητα και δεν έχουν μεταβιβαστεί με συνθήκες σε κάποιο άλλο κράτος, απέκτησαν επίσημο χαρακτήρα με την κρίση των βραχονησίδων Kardak και αυτή η κατάσταση έγινε αιτία να εμφανιστεί ένα νέο και θεμελιώδες πρόβλημα στο Αιγαίο». Με αυτόν το τρόπο ξεκινά η παρουσίαση των θέσεων της τουρκίας στο βιβλίο «Το θεμελιώδες πρόβλημα στο Αιγαίο. Τα νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας», που εκδόθηκε το 1998 από το Ανώτατο ίδρυμα κουλτούρας, γλώσσας και ιστορίας Κεμάλ Ατατούρκ. Ολοκληρώνοντας την περιγραφή της βάσης επί της οποίας η τουρκική διπλωματία τοποθετεί το πλέγμα των «ελληνοτουρκικών διαφορών» στον πρόλογο αυτού του βιβλίου επισημαίνεται επίσης: «η επίλυση του προβλήματος των διαφιλονικούμενων νήσων που εμφανίστηκε σαν αποτέλεσμα των ισχυρισμών περί κυριαρχίας της Ελλάδας, είναι δυνατή. Για να γίνει αυτό χρειάζεται σεβασμός προς τις συνθήκες, καλή θέληση και κατάδειξη μιας ειλικρινούς βούλησης για μια ειρηνική λύση. Στην αντίθετη περίπτωση, είναι προφανές ότι η μη επίλυση της παρούσας διαμάχης στην κυριαρχία θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα και θα δυσκολέψει την επίλυση των υπόλοιπων διαφωνιών στο Αιγαίο».

Σύμφωνα με την άποψη της Αγκυρας, η οποία με επιμέλεια παρουσιάζεται στο προαναφερθέν βιβλίο, «η Ελλάδα σκόπευε με την εφαρμογή του εποικισμού τον Νοέμβρη του 1995 να δημιουργήσει μια de facto κατάσταση σε κάποια νησιά και νησίδες και να μετατρέψει το καθεστώς τους προς όφελός της. Ομως η τυχαία προσάραξη ενός πλοίου στις 25 Δεκεμβρίου 1995 στις βραχονησίδες Kardak έγινε αιτία να επισημοποιηθούν οι διαφωνίες κυριότητας στο Αιγαίο. Μετά από αυτό το τυχαίο γεγονός , η προσπάθεια της Ελλάδας να επεκτείνει ακόμη περισσότερο τα κυριαρχικά της δικαιώματα που τις έχουν μεταβιβαστεί με διεθνείς συνθήκες και η θέλησή της να αποκτήσει την κυριότητα όλων των νησιών , νησίδων και βραχονησίδων που μένουν πέρα από το όριο των τριών ναυτικών μιλίων της Ανατολίας, έχει δώσει μια νέα διάσταση στην διαφωνία του Αιγαίου πελάγους.

Έτσι οι διαφωνίες στο Αιγαίο πέλαγος πάνω στις οποίες συμπυκνώνονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στην περίοδο μετά από το 1974 και όπου υπάρχουν πάρα πολλά προβλήματα που περιμένουν την λύση τους, έχουν πάρει μια ακόμη πιο πολύπλοκη μορφή. Το γεγονός ότι ένα κομμάτι ξηράς το οποίο δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με συνθήκες, έχει θαλάσσιες εκτάσεις δικής του αρμοδιότητας, επίσης η ύπαρξη του εθνικού εναέριου χώρου πάνω από τη ξηρά καθώς και πάνω από τα χωρικά ύδατα δείχνουν ξεκάθαρα την σημασία κάθε γεωγραφικού σχηματισμού με αμφισβητούμενη κυριότητα. Γι αυτούς τους λόγους πρώτα θα χρειαστεί να προσδιοριστεί το καθεστώς της κυριότητας των διαφιλονικούμενων τμημάτων ξηράς στο Αιγαίο. Αφού διαπιστωθεί αυτό το καθεστώς της χώρας κυριότητας θα μπορέσει να γίνει δυνατή η επίλυση των προβλημάτων σχετικά με τη αρμοδιότητα επί των θαλασσίων εκτάσεων και τον εναέριο χώρο». Σύμφωνα με την άποψη της Αγκυρας, πέρα από το θεμελιώδες πρόβλημα που αποτελούν τα νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας, υπάρχουν τρία ακόμη ζητήματα: η επέκταση των χωρικών υδάτων πέραν των 6 μιλίων, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και ο εναέριος χώρος. Όλα αυτά τα προβλήματα, καθώς και «το πρόβλημα του εξοπλισμού των νησιών των οποίων η κυριαρχία έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με τον όρο να είναι αφοπλισμένα (δηλαδή νησιά που έχουν μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με συνθήκες για μια περιορισμένη κυριαρχία), σύμφωνα με την άποψη της Αγκυρας, αποτελούν ένα σύνολο», συνθέτουν το «πακέτο» του ελληνοτουρκικού διαλόγου.

Η Συμφωνία της Μαδρίτης

Ενάμισι χρόνο μετά την κρίση των Ιμίων η αμερικανική διπλωματία παρουσίασε ένα κείμενο το οποίο ρυθμίζει μέχρι και σήμερα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις Στις 8 Ιούλη 1997 αρχίζει η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη. Στο περιθώριο της Συνόδου και με την επίβλεψη της υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μαντλίν Ολμπράιτ, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κ. Σημίτης, και ο Πρόεδρος της Τουρκίας υπογράφουν συμφωνία με σκοπό «τη μείωση της έντασης στο Αιγαίο και την απομάκρυνση του κινδύνου σύρραξης ανάμεσα στις δύο χώρες». Η συμφωνία έμεινε στην ιστορία ως «Συμφωνία της Μαδρίτης».
Στη συμφωνία αναφέρεται ότι:
«Και οι δύο χώρες θα αναλάβουν προσπάθεια να προωθήσουν διμερείς σχέσεις, που θα βασίζονται σε: Αμοιβαία δέσμευση για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη συνεχή ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας. Σεβασμό της κυριαρχίας της κάθε χώρας. Σεβασμό των Αρχών του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών. Σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους. Δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση, και Δέσμευση διευθέτησης των διαφορών τους με ειρηνικά μέσα, στη βάση αμοιβαίας συναίνεσης και χωρίς τη χρήση βίας ή την απειλή βίας». Η συμφωνία χαιρετίστηκε από τη ΝΔ και το ΣΥΝ, ενώ το Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ σε ανακοίνωση του σημειώνει: «Το κείμενο που υπογράφτηκε από τους Κ. Σημίτη – Σ. Ντεμιρέλ δεν προσφέρεται για θριαμβολογίες. Αντίθετα, γεννά σοβαρές ανησυχίες, γιατί: 1. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε (Σύνοδος του ΝΑΤΟ για επέκτασή του, σε εξέλιξη η δημιουργία πολυεθνικών δυνάμεων ταχείας επέμβασης κατά των λαών, ύπαρξη αμερικανικού σχεδίου για το Αιγαίο κ.ά.) μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το κοινό ανακοινωθέν δεν έγινε για να επιλύσει τα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά για να προωθήσει τα σχέδια της «νέας τάξης πραγμάτων», ειδικότερα την αμερικανοποίηση του Αιγαίου, την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή. 2. Στο κοινό ανακοινωθέν περιέχονται διακηρύξεις περί σεβασμού των Διεθνών Συνθηκών, του Διεθνούς Δικαίου κλπ., ταυτόχρονα όμως υπάρχουν σημεία, τα οποία η τουρκική πλευρά μπορεί να ερμηνεύσει όπως θέλει, π.χ. η διάταξη του κειμένου περί «ζωτικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων της κάθε χώρας στο Αιγαίο».

Παρακάτω παρουσιάζεται, χωρίς σχόλια, η τουρκική άποψη για:
• τα νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας
• το εύρος των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου
• την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας
• την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών

Η παρουσίαση των τουρκικών απόψεων είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς βοηθά να κατανοήσει κανείς τι ακριβώς ζητά η Αγκυρα.

Νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας στο Αιγαίο

«Οι ελληνικοί ισχυρισμοί περί κυριαρχικών δικαιωμάτων επί γεωγραφικών σχηματισμών (νησιά, νησίδες και βραχονησίδες) οι οποίοι επί αιώνες βρίσκονται υπό Οθωμανική/ τουρκική κυριότητα και δεν έχουν μεταβιβαστεί με συνθήκες σε κάποιο άλλο κράτος, απέκτησαν επίσημο χαρακτήρα με την κρίση των βραχονησίδων Kardak και αυτή η κατάσταση έγινε αιτία να εμφανιστεί ένα νέο και θεμελιώδες πρόβλημα στο Αιγαίο». Με αυτόν τον τρόπο, όπως είπαμε ξεκινά η παρουσίαση των θέσεων της τουρκίας στο βιβλίο «Το θεμελιώδες πρόβλημα στο Αιγαίο. Τα νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας», που εκδόθηκε το 1998 από το Ανώτατο ίδρυμα κουλτούρας, γλώσσας και ιστορίας Κεμάλ Ατατούρκ. Ολοκληρώνοντας την περιγραφή της βάσης επί της οποίας η τουρκική διπλωματία τοποθετεί το πλέγμα των «ελληνοτουρκικών διαφορών» στον πρόλογο αυτού του βιβλίου επισημαίνεται επίσης: «η επίλυση του προβλήματος των διαφιλονικούμενων νήσων που εμφανίστηκε σαν αποτέλεσμα των ισχυρισμών περί κυριαρχίας της Ελλάδας, είναι δυνατή. Για να γίνει αυτό χρειάζεται σεβασμός προς τις συνθήκες, καλή θέληση και κατάδειξη μιας ειλικρινούς βούλησης για μια ειρηνική λύση. Στην αντίθετη περίπτωση, είναι προφανές ότι η μη επίλυση της παρούσας διαμάχης στην κυριαρχία θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα και θα δυσκολέψει την επίλυση των υπόλοιπων διαφωνιών στο Αιγαίο». Σύμφωνα με την άποψη της Αγκυρας, η οποία με επιμέλεια παρουσιάζεται στο προαναφερθέν βιβλίο, «η Ελλάδα σκόπευε με την εφαρμογή του εποικισμού τον Νοέμβρη του 1995 να δημιουργήσει μια de facto κατάσταση σε κάποια νησιά και νησίδες και να μετατρέψει το καθεστώς τους προς όφελός της. Ομως η τυχαία προσάραξη ενός πλοίου στις 25 Δεκεμβρίου 1995 στις βραχονησίδες Kardak έγινε αιτία να επισημοποιηθούν οι διαφωνίες κυριότητας στο Αιγαίο. Μετά από αυτό το τυχαίο γεγονός , η προσπάθεια της Ελλάδας να επεκτείνει ακόμη περισσότερο τα κυριαρχικά της δικαιώματα που τις έχουν μεταβιβαστεί με διεθνείς συνθήκες και η θέλησή της να αποκτήσει την κυριότητα όλων των νησιών , νησίδων και βραχονησίδων που μένουν πέρα από το όριο των τριών ναυτικών μιλίων της Ανατολίας, έχει δώσει μια νέα διάσταση στην διαφωνία του Αιγαίου πελάγους. Έτσι οι διαφωνίες στο Αιγαίο πέλαγος πάνω στις οποίες συμπυκνώνονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στην περίοδο μετά από το 1974 και όπου υπάρχουν πάρα πολλά προβλήματα που περιμένουν την λύση τους, έχουν πάρει μια ακόμη πιο πολύπλοκη μορφή. Το γεγονός ότι ένα κομμάτι ξηράς το οποίο δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με συνθήκες, έχει θαλάσσιες εκτάσεις δικής του αρμοδιότητας, επίσης η ύπαρξη του εθνικού εναέριου χώρου πάνω από τη ξηρά καθώς και πάνω από τα χωρικά ύδατα δείχνουν ξεκάθαρα την σημασία κάθε γεωγραφικού σχηματισμού με αμφισβητούμενη κυριότητα. Γι αυτούς τους λόγους πρώτα θα χρειαστεί να προσδιοριστεί το καθεστώς της κυριότητας των διαφιλονικούμενων τμημάτων ξηράς στο Αιγαίο. Αφού διαπιστωθεί αυτό το καθεστώς της χώρας κυριότητας θα μπορέσει να γίνει δυνατή η επίλυση των προβλημάτων σχετικά με τη αρμοδιότητα επί των θαλασσίων εκτάσεων και τον εναέριο χώρο».

Σύμφωνα με την άποψη της Αγκυρας, πέρα από το θεμελιώδες πρόβλημα που αποτελούν τα νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας, υπάρχουν τρία ακόμη ζητήματα: η επέκταση των χωρικών υδάτων πέραν των 6 μιλίων, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και ο εναέριος χώρος. Όλα αυτά τα προβλήματα, καθώς και «το πρόβλημα του εξοπλισμού των νησιών των οποίων η κυριαρχία έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με τον όρο να είναι αφοπλισμένα (δηλαδή νησιά που έχουν μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με συνθήκες για μια περιορισμένη κυριαρχία), σύμφωνα με την άποψη της Αγκυρας, αποτελούν ένα σύνολο», συνθέτουν το «πακέτο» του ελληνοτουρκικού διαλόγου. επέκταση των χωρικών υδάτων πέραν των 6 μιλίων Η Αγκυρα χαρακτηρίζει το πρόβλημα του εύρους των χωρικών υδάτων σαν ένα «από τα πιο σύνθετα και συζητήσιμα ζητήματα του διεθνούς θαλάσσιου δικαίου, λόγω των «ιδιαιτεροτήτων, όπως υποστηρίζει του Αιγαίου πελάγους. Οπως αναφέρεται στο βιβλίο «το θεμελιώδες πρόβλημα στο Αιγαίο», τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο πρέπει να παραμείνουν στα 6 μίλια για τους εξής λόγους: Δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ένας γενικά αποδεκτός διεθνής κανόνας σχετικά με το εύρος των χωρικών υδάτων. Η αρχή των 12 μιλίων που προβλέπεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης Θαλασσίου Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (ΣΔΘΗΕ), έχει τύχει γενικής αποδοχής. Αλλά η τουρκία με την ιδιότητα του μη συμβαλλόμενου στη Συνθήκη κράτους δεν έχει αποδεχτεί αυτή τη ρήτρα σαν έναν δεσμευτικό κανόνα. Ακόμη και αν η αρχή του εύρους των 12 μιλίων αποκτήσει εθιμική ιδιότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια αυτόματη μονομερής εφαρμογή του στο Αιγαίο, διότι το Αιγαίο είναι μια πολύ ιδιαίτερη θάλασσα που έχει ιστορικά στοιχεία και στη θάλασσα αυτή υπάρχει το πρόβλημα της οριοθέτησης. Οταν ένα κράτος καθορίζει το εύρος των χωρικών του υδάτων, δεν μπορεί να εμποδίσει την απ’ ευθείας πρόσβαση ενός άλλου κράτους στις ανοιχτές θάλασσες. Το εύρος των χωρικών υδάτων πρέπει να καθοριστεί λαμβάνοντας υπ’ όψη τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά των θαλασσών. Μια τέτοια διαπίστωση έχει πραγματοποιηθεί στο Αιγαίο μέσα στην ιστορική διεργασία και το γεγονός ότι τα χωρικά ύδατα είναι 6 μίλια, έχει αποφασιστεί οριστικά. Η τουρκία θεωρεί ως προσβολή των κυριαρχικών της δικαιωμάτων μια αρχή ενός εύρους πέραν των 6 μιλίων». Σύμφωνα με την τουρκική άποψη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας πέραν των 6 μιλίων για τους εξής λόγους: Η διασάλευση του καθεστώτος της Λοζάννης. Η συνθήκη αυτή, σύμφωνα με την τουρκική άποψη «αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση μιας στρατιωτικής και πολιτικής ισορροπίας μεταξύ των δύο κρατών μέσω της εναρμόνισης των ζωτικών συμφερόντων Ελλάδας και τουρκίας, η οποία καθορίζει το νομικό καθεστώς του Αιγαίου και δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη κρίση στο θέμα του εύρους των χωρικών υδάτων. Αλλά από την ταυτόχρονη εξέταση του 6ου άρθρου της εν λόγω συνθήκής το οποίο ορίζει ότι ‘’εφ’ όσον δεν υπάρχει αντίθετη ρήτρα σε αυτή τη συνθήκη, τα θαλάσσια σύνορα θα περιλαμβάνουν τα νησιά και τις νησίδες οι οποίες βρίσκονται πλησιέστερα στην ακτή από τα 3 μίλια’’ και την τελευταία πρόταση του 12ου άρθρου που ορίζει ότι ‘’ εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη ρήτρα σε αυτή τη συνθήκη , τα νησιά που βρίσκονται σε μικρότερη απόσταση των 3 μιλίων από την Ασιατική ακτή, θα παραμείνουν στην τουρκική κυριαρχία’’, καθώς και αν εξεταστούν οι στάσεις που τηρήθηκαν από τις αντιπροσωπείες και οι πρακτικές που εφαρμόστηκαν την εποχή εκείνη, γίνεται αντιληπτό ότι οι συμβαλλόμενοι κινήθηκαν με την αντίληψη ότι τα χωρικά ύδατα πρέπει να είναι στο εύρος των 3 μιλίων. Ενώ κατά την περίοδο που τα χωρικά ύδατα ήταν 3 μίλια υπήρχαν δύο θαλάσσιες δίοδοι από το κεντρικό Αιγαίο προς τη Μεσόγειο οι οποίες υπόκειντο στο καθεστώς ελεύθερης διέλευσης , με την επέκταση των χωρικών υδάτων εκ μέρους της Ελλάδας στα 6 μίλια το 1936 χάθηκε το δικαίωμα ελεύθερης διέλευσης στη δυτική θαλάσσια δίοδο. Στην περίπτωση επέκτασης των χωρικών υδάτων πέραν των 6 μιλίων θα χαθεί το δικαίωμα ελεύθερης διέλευσης και από την ανατολική δίοδο» Η παραβίαση της Συμφωνίας της Βέρνης του 1976 σχετικά με την υφαλοκρηπίδα. « Με αυτή τη συμφωνία Ελλάδα και Τουρκία ανέλαβαν να αποφύγουν οποιεσδήποτε πράξεις και ενέργειες σχετικά με τη ν υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Με αυτή τη συμφωνία κατοχυρώνεται το καθεστώς των χωρικών υδάτων των 6 μιλίων στο Αιγαίο. Η συμφωνία προβλέπει την μέθοδο που θα ακολουθηθεί στην οριοθέτηση των υφαλοκρηπίδων που μένουν έξω από τα χωρικά ύδατα των 6 μιλίων. Η διεύρυνση των χωρικών υδάτων πέραν των 6 μιλίων, αποτελεί μια ανοιχτή παραβίαση της συμφωνίας της Βέρνης και θα είναι ο συντομότερος τρόπος της εξάλειψης των δικαιωμάτων που έχει η τουρκία στο Αιγαίο». Η υποθήκευση των οικονομικών συμφερόντων της τουρκίας στο Αιγαίο πέλαγος. «τα οικονομικά συμφέροντα της τουρκίας στο Αιγαίο έχουν ζωτική σημασία. Περίπου το 90% του εξωτερικού της εμπορίου πραγματοποιείται δια θαλάσσης. Το Αιγαίο είναι μια θάλασσα απ όπου περνάει το 75% του θαλασσίου εμπορίου που κατευθύνεται προς τα λιμάνια της Τουρκίας, που βρίσκονται στο Αιγαίο τη Μαύρη θάλασσα και τη Μεσόγειο. Το 75% του πετρελαίου προς την τουρκία περνά από το Αιγαίο. Συνεπώς η τουρκία δεν μπορεί να επιτρέψει την διαταραχή του status quo που υφίσταται σε αυτή τη θάλασσα. Η τουρκία δεν μπορεί να αποδεχτεί την μετατροπή του δικαιώματος ελεύθερης διέλευσης σε αβλαβή/ transit σαν αποτέλεσμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων σε αυτή τη θάλασσα σε βάρος της τουρκίας και την υποθήκευση των θαλασσίων μεταφορών εκ μέρους της Ελλάδας». Στην περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα βασισμένη στο 3ο άρθρο της ΣΘΔΗΕ και επεκτείνει στα 12 μίλια, σύμφωνα με την άποψη της τουρκίας: «Η έξοδος της τουρκίας από τις δυτικές της ακτές προς τις ανοιχτές θάλασσες θα επηρεαστεί πολύ σοβαρά και δεν θα είναι δυνατή η έξοδος στη Μεσόγειο χωρίς τη διέλευση από τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας, ενώ η Ελλάδα θα αποκτήσει το δικαίωμα κάθε είδους εκμετάλλευσης των υδάτων αυτών που θα είναι τμήμα της χώρας της σαν αποτέλεσμα του διαμελισμού και της συρρίκνωσης των ανοιχτών θαλάσσιων εκτάσεων η τουρκία δεν θα μπορεί να πραγματοποιεί στρατιωτική εκπαίδευση και γυμνάσια στο Αιγαίο και θα περιοριστούν οι δυνατότητες που έχει για να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις και να πραγματοποιεί τους απαραίτητους σχεδιασμούς για την ασφάλειά της. Περίπου το 90% της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου θα ανήκει στην Ελλάδα και τα δικαιώματα αποκλειστικής οικονομικής εκμετάλλευσης της περιοχής θα έχουν μεταβιβαστεί και αυτά στην ίδια αναλογία στην Ελλάδα. Σε αυτό το πλαίσιο οι θαλάσσιες οικονομικές δραστηριότητες της τουρκίας (επιστημονική έρευνα, αλιεία, τουρισμός) θα περιοριστούν σε μεγάλο βαθμό.» Η Αγκυρα προσπαθεί να τεκμηριώσει την άρνησή της να αποδεχτεί την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων και με βάση των νέο Δίκαιο της θάλασσας, ως εξής. Υποστηρίζει ότι τυχόν επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων αντιβαίνει στα άρθρα 15 και 300 της ΣΔΘΗΕ Το άρθρο 15 ορίζει ότι «τα ιστορικά δικαιώματα και οι ιδιαίτερες γεωγραφικές συνθήκες πρέπει να ληφθούν υπόψη». Επίσης το άρθρο 300 ορίζει ότι «δεν πρέπει να γίνει κακή χρήση του δικαιώματος» Συμπερασματικά, σύμφωνα με την τουρκική άποψη «με το όριο το 6 μιλίων, αν θεωρηθεί ότι εκτός από τα νησιά τουρκικά Ιμβρος, Τένεδος και Μαυριά , τα υπόλοιπα νησιά , νησίδες και βραχονησίδες που βρίσκονται έξω από τα 3 μίλια της ανατολίας ανήκουν στην Ελλάδα, τότε τα ελληνικά χωρικά ύδατα αποτελούν το 43,5% του Αιγαίου.

Η αναλογία αυτή για την τουρκία είναι 7.5% Το δε υπόλοιπο 49% είναι ανοιχτή θάλασσα. Εάν στο πλαίσιο της παραπάνω υπόθεσης, τα χωρικά ύδατα επεκταθούν αμφίπλευρα στα 12 μίλια, μπροστά σε ένα τουρκικό κέρδος της τάξης του 1%, η Ελλάδα με μια αύξηση 28% θα γίνει κυρίαρχος σε πάνω από το 71% του Αιγαίου, ενώ το ποσοστό των Διεθνών Υδάτων θα πέσει κάτω από το 20%» Προφανώς, για αυτούς τους λόγους η Αγκυρα έχει από την κρίση της Ιμιας και έπειτα έχει θέσει θέμα «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο. Αλλωστε και στο βιβλίο «το θεμελιώδες πρόβλημα στο Αιγαίο» η τουρκική άποψη είναι σαφέστατη: «θεωρείται ότι τα χωρικά ύδατα των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων των οποίων η κυριαρχία δεν έχει μεταβιβαστεί με συνθήκες στην Ελλάδα, μπορεί να αποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό και ότι μπορεί να αλλάξουν τον παραπάνω διαμοιρασμό των ποσοστών των εκτάσεων των χωρικών υδάτων. Η ίδια αναλογία θα ισχύει και για τον εθνικό εναέριο χώρο ο οποίος ορίζεται από το εύρος των χωρικών υδάτων. Γι αυτό το λόγο, η προσπάθεια οριοθέτησης των χωρικών υδάτων πριν την διαπίστωση της κυριότητας κάθε κομματιού ξηράς, δεν αποτελεί μια σωστή προσέγγιση» Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Σημείωση: παρουσιάζεται επ ακριβώς το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο «το θεμελιώδες πρόβλημα του αιγαίου. Τα νησιά αμφισβητούμενης κυριαρχίας» (Αγκυρα , 1998, ίδρυμα Ατατούρκ) «οι θέσεις που υποστηρίζουν οι δύο πλευρές στο θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας , το οποίο παρουσιάστηκε από το 1973 και έκτοτε αποτελεί μια σημαντική διαφωνία μεταξύ Ελλάδας και τουρκίας, είναι εν συντομία οι εξής: Σύμφωνα με την ελληνική άποψη , τα νησιά που βρίσκονται κοντά στις ακτές της ανατολίας και παρατάσσονται από βορρά προς νότο, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Ελλάδας. Το δικαίωμα κυριαρχίας της Ελλάδας το οποίο υφίσταται επί των νησιών αυτών περιλαμβάνει και το δικαίωμα της εξερεύνησης και εκμετάλλευσης της υφαλοκρηπίδας. Στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ένας διαχωρισμός μεταξύ ηπειρωτικών και νησιωτικών εδαφών. Η διαφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν είναι το πρόβλημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, αλλά το πρόβλημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Τουρκίας και των νησιών του Ανατολικού αιγαίου που ανήκουν στην Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει την άποψη ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο χωρών πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την αρχή της ίσης απόστασης ανάμεσα στην τουρκία και τα ανατολικότερα νησιά του Αιγαίου. Σύμφωνα με την τουρκική άποψη, η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου πελάγους, πρέπει να εξεταστεί ως σύνολο. Εξ αιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών του Αιγαίου, τα νησιά που κλείνουν τις ακτές της Ανατολίας από βορρά προς νότο σε μια σειρά δεν μπορούν να έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα. Εξ αιτίας της γεωγραφικής τους θέσης τα νησιά αυτά είναι εξογκώματα της φυσικής προέκτασης της ανατολίας τα οποία βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και από γεωγραφικής απόψεως βρίσκονται επί της υφαλοκρηπίδας της Ανατολίας.η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου πρέπει να εξετασθεί συνολικά και να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις αρχές της ευθυκρισίας οι οποίες είναι σύμφωνες με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Η τουρκία δεν είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει στο αιγαίο την αρχή της ίσης απόστασης που υποστηρίζει η Ελλάδα. Εάν η αρχή της ίσης απόστασης χρησιμοποιηθεί όπως θέλει η Ελλάδα, θα έχει εξαλειφθεί πλήρως το νομικό καθεστώς της συνθήκης της Λοζάννης το οποίο αποσκοπύσε στην εγκαθίδρυση μιας ισορροπίας στην δίκαιη χρήση του αιγαίου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Δηλαδή όταν έγινε η συνθήκη της Λοζάννης το 75% του Αιγαίου αποτελούνταν από ανοιχτή θάλασσα. Η τουρκία έχει δικαίωμα υφαλοκρηπίδας πάνω σε αυτό το τμήμα βάσει των εθιμικών κανόνων του ΔΔ, ως παράκτια χώρα εκ των πραγμάτων – ipso facto και από την ισχύ του κανόνα ab initio . Για αυτό το λόγο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τη τουρκία μια οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας η οποία θα εξαλείψει μαζί με τα προαναφερόμενα δικαιώματα της τουρκίας και το νομικό καθεστώς της Συνθήκης της Λοζάννης.

Το πρόβλημα του εναέριου χώρου

Σύμφωνα με την άποψη της Αγκυρας, « το πρόβλημα του εναέριου χώρου στο Αιγαίο αποτελείται από δύο υποπροβλήματα και είναι στενά συνδεδεμένο με το πρόβλημα της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων. Το πρόβλημα της περιοχής ενημέρωσης πτήσεων (flight information region- FIR) και ο ισχυρισμός της Ελλάδας περί εναέριου χώρου 10 μιλίων είναι δύο υπό- προβλήματα που περιμένουν την λύση τους». Σύμφωνα με τις τουρκικές θέσεις «ι γραμμή FIR του Αιγαίου έχει καθοριστεί με το έγγραφο final report of the rules of the air traffic control committee του ICAO τον Φεβρουάριο του 1951 (Doc.7055, MID/2- RAC), το οποίο εγκρίθηκε στη συνάντηση των Μεσανατολικών χωρών του ICAO στη συνεδρίαση που πραγματοποίησαν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ 18/10 και 4/11 1950. Τα FIR τα οποία ορίζονται στο εν λόγω έγγραφο έχουν παρουσιασθεί στο χάρτη που συνοδεύει ένα δεύτερο έγγραφο ( έγγραφο του ICAO (DOC.7280) – Φεβρουάριος 1951) , το οποίο ενεκρίθη στην περιφερειακή συνάντηση Ευρώπης/ Μέσης Ανατολής που πραγματοποιήθηκε το 1952 στο Παρίσι. Στο έγγραφο αυτό με ημερομηνία Οκτωβρίου 1951 καθώς ορίζονται τα FIR Αθηνών και Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιείται η έκφραση …« thence following western frontier of Turkey…» (σς… που ακολουθεί το δυτικό σύνορο της Τουρκίας…)Παρ όλα αυτά, ενώ δεν υπάρχει στον ορισμό του FIR Αθηνών, η Ελλάδα στις παρεμβάσεις της σε διάφορα διεθνή βήματα και κυρίως στο ΝΑΤΟ και το ΙΜΟ ισχυρίζεται ότι η γραμμή του FIR Κωνσταντινούπολης- Αθηνών είναι το ανατολικό σύνορο της Ελλάδας. Επίσης η Ελλάδα στο διεθνές εναέριο χώρο που αποτελεί περίπου το ήμισυ του εναέριου χώρου του Αιγαίου πραγματοποιεί- ειδικά ενάντια στα τουρκικά στρατιωτικά αεροπλάνα – δραστηριότητες που είναι ενάντια στο Διεθνές Δίκαιο και δημιουργεί συνεχώς εντάσεις. »Παρά το 3ο άρθρο της Διεθνούς Σύμβασης Πολιτικής Αεροπορίας το οποίο αναφέρει ότι η Σύμβαση θα εφαρμοστεί μόνο στα πολιτικά μέσα εναέριας μεταφοράς, η Ελλάδα ζητάει και από τα τουρκικά στρατιωτικά αεροσκάφη να υποβάλλουν σχέδια πτήσης τους. » σαν αντανάκλαση των ανωτέρω ελληνικών ενεργειών, σε κάποιους χάρτες η γραμμή FIR Αθήνας – Κωνσταντινούπολης παρουσιάζεται ως το ελληνοτουρκικό σύνορο. Η γραμμή FIR Αθήνας – Κωνσταντινούπολης είναι μια πρακτική που αποδέχεται και η Τουρκία. Αλλά, δεν μπορεί ποτέ να γίνει αποδεκτή η παρουσίαση αυτής της γραμμής ως ελληνοτουρκικό σύνορο. Εκτός του ότι αντιβαίνει στη λειτουργία του FIR και η θέση του FIR Αθήνας – Κωνσταντινούπολης δείχνει ότι δεν μπορεί να αποτελέσει διεθνές σύνορο. Η εν λόγω γραμμή, ενώ σε κάποιες περιοχές περνά από το τμήμα της ανοιχτής θάλασσας πέραν των χωρικών υδάτων των 6 μιλίων (π.χ στα νοτιοδυτικά της Τενέδου 22 μίλια, στα νοτιοανατολικά της Μαρμαρίδας 18 μίλια) , σε κάποιες περιοχές περνά από τα τουρκικά χωρικά ύδατα (πχ στα βορειοδυτικά του Καραμπουρνού , 2 μίλια). Η διέλευση ενός πολιτικού συνόρου από την ανοιχτή θάλασσα είτε μέσα από τα χωρικά ύδατα ενός εκ των ενδιαφερομένων χωρών αντιβαίνει στην έννοια του πολιτικού συνόρου. »Πάρ, όλα αυτά η Ελλάδα προσπαθεί να παρουσιάσει τη γραμμή FIR Αθήνας – Κωνσταντινούπολης ως δυτικό σύνορο της τουρκίας και ως δικό της ανατολικό σύνορο. Με αυτό τον τρόπο αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση της κυριαρχίας της σε όλα τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες τα οποία μένουν δυτικά της γραμμής FIR Αθήνας – Κωνσταντινούπολης και να δει το Αιγαίο ως μια ελληνική λίμνη. »Παρατηρείται ότι δεν είναι δυνατό να εξετάσουμε το FIR στο Αιγαίο ξεχωριστά από τα υπόλοιπα προβλήματα τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και ιδιαίτερα από το μπέρδεμα που δημιουργεί η ύπαρξη νησιών τα οποία δεν έχουν μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με συνθήκες. Εάν δεν επιλυθούν αυτά τα προβλήματα δεν θα υπάρξει η δυνατότητα εφαρμογής των αποφάσεων που βρίσκονται στα έγγραφα του ICAO και στα έντυπα της πολιτικής αεροπορίας. Γι αυτό το λόγο ένα σύνορο FIR το οποίο στηρίζεται στον ορισμό «του δυτικού συνόρου της τουρκίας» είτε και οι γραμμές που παρουσιάζονται με τον ίδιο τρόπο στους χάρτες και τα σχέδια πτήσης , δεν αντανακλούν μια πραγματική και νόμιμη κατάσταση».

Οι ελληνικοί ισχυρισμοί για εναέριο χώρο

Οι ελληνικές θέσεις για το εύρος του ελληνικού εναέριου χώρου σχολιάζονται από την τουρκική πλευρά ως εξής: «Η Ελλάδα με ένα νόμο που δημοσιεύτηκε το 1931, καθόρισε τον εναέριο χώρο που ήταν 3 μίλια στα 10, για λόγους πολιτικής αεροπορίας και εναέριας αστυνόμευσης. Η Ελλάδα ανακοίνωσε αυτή την εθνική της ρύθμιση στον κόσμο το 1975, μετά από 44 χρόνια με ένα ενημερωτικό αεροπορικό δελτίο και ζήτησε την τήρηση αυτής της απόφασης. Φυσιολογικά, καμία χώρα και η τουρκία δεν τηρούν αυτή την διαφορετική πρακτική η οποία δεν έχει όμοιά της στον κόσμο και δεν συμφωνεί με κανένα νομικό κανόνα. Εν αντιθέσει , η Ελλάδα με τον ισχυρισμό ότι τα αεροσκάφη μας που εισέρχονται στην περιοχή μεταξύ 6 και 10 μιλίων παραβιάζουν τον ελληνικό εναέριο χώρο , συνεχώς καταγγέλλει τη χώρα μας και αυτό το θέμα χρησιμοποιείται αρκετά συχνά στην δημιουργία εχθρικών προς τη τουρκία στάσεων στην ελληνική κοινή γνώμη και εσωτερική πολιτική. Εάν θελήσουμε να εξηγήσουμε την εν λόγω λάθος εφαρμογή της Ελλάδας με ένα παράδειγμα: ένα τουρκικό πολεμικό πλοίο το οποίο πλέει έξω από τα χωρικά ύδατα των 6 μιλίων ενός νησιού το οποίο έχει μεταβιβαστεί με τις Συνθήκες στην Ελλάδα, φερ’ ειπείν στα 7 μίλια, δεν θα έχει πραγματοποιήσει παραβίαση των χωρικών υδάτων επειδή θα πλέει στα διεθνή ύδατα. Αλλά το ίδιο πολεμικό πλοίο όταν απογειώσει το ελικόπτερο που βρίσκεται πάνω του θα έχει παραβιάσει τον εναέριο χώρο που βρίσκεται πάνω από τα διεθνή ύδατα (ο διεθνής εναέριος χώρος) τον δήθεν ελληνικό εναέριο χώρο. Παρά τους ξεκάθαρους Διεθνείς Κανόνες, μια πολύ συγκεκριμένη αντίφαση απειλεί την κατάσταση στην διαφωνία του Αιγαίου πελάγους. Η αναπόφευκτη αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα έχει υπερβεί την δικαιοδοσία της. Σαν αποτέλεσμα , η τουρκία δεν δέχεται με κανένα τρόπο τους ισχυρισμούς του εναέριου χώρου των 10 μιλίων της Ελλάδας, οι οποίοι είναι αντίθετοι με το 1ο και 2ο άρθρο της Διεθνούς Σύμβασης Αεροπλοίας και την καθιερωμένη Διεθνή Πρακτική

Ο εξοπλισμός των ελληνικών νησιών

Σύμφωνα με την πάγια θέση της Αγκυρας, η Ελλάδα έχει καταπατήσει τις διεθνείς συμφωνίες και έχει εξοπλίσει τα νησιά που βρίσκονται κοντά στα παράλια της Ανατολίας. Στο βιβλίο «το θεμελιώδες πρόβλημα του Αιγαίου» η τουρκική θέση περιγράφεται με κάθε σαφήνεια: « Η Ελλάδα από το 1964 εξοπλίζει τα νησιά τα οποία έχουν μεταβιβαστεί σε αυτή με τον όρο να είναι αποστρατικοποιημένα. Η πρακτική αυτή συνιστά ανοιχτή παραβίαση της απόφασης της 13ης Φεβρουαρίου 1914 στην οποία αναφέρεται η Συνθήκη της Λοζάννης καθώς και των άρθρων 12 και 13 της Συνθήκης, όπως και του 14ου άρθρου της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947. Αυτές οι διεθνείς συνθήκες περιλαμβάνουν – ανάλογα με το στρατιωτικό τους καθεστώς- σε ξεχωριστές ομάδες τα νησιά του αιγαίου και εν τω μεταξύ κρατούν εντελώς έξω από τους περιορισμούς την Κρήτη, τις Βόρειες Σποράδες και τις Κυκλάδες. Με άλλα λόγια, οι ευθύνες για τον στρατιωτικό περιορισμό ισχύουν κυρίως για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στις διεθνείς συνθήκες σχετικά με αυτά τα νησιά υπάρχουν κάποιες διαφορετικές ρήτρες όσον αφορά την αποστρατιωτικοποίηση. Από αυτή την άποψη τα νησιά του ανατολικού αιγαίου χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες
α. Νησιά έμπροσθεν των στενών. » το βασικό έγγραφο που καθορίζει το σημερινό καθεστώς των νησιών του ανατολικού Αιγαίου είναι το 12ο άρθρο της Συνθήκης της Λοζάννης και η απόφαση των 6 Μεγάλων Δυνάμεων η οποία είναι αναπόσπαστο τμήμα αυτού του άρθρου. Σύμφωνα με αυτό η ελληνική κυριαρχία επί των νησιών που αναφέρονται ονομαστικά, Σαμοθράκη, Λήμνος, Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος και Ικαρία και των νησιών τα οποία ήταν στις 13 Φεβρουαρίου του 1914 υπό ελληνική κατοχή , Θάσος, Αγιος Ευστράτιος και Ψαρά, έχει γίνει αποδεκτή από την τουρκία, υπό τον όρο τα νησιά αυτά να μην οχυρωθούν και να μη χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς. Το καθεστώς του 12ου άρθρου της συνθήκης της Λοζάννης, ενώ φέρνει ένα περιορισμό στην εδαφική κυριαρχία της Ελλάδας, δίνει στην Τουρκία ένα δικαίωμα ως αντάλλαγμα της μεταβίβασης της κυριαρχίας. Γι αυτό το λόγο, η αλλαγή ή ο τερματισμός του αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος που έχει θεσπιστεί για τα νησιά Σαμοθράκη, Λήμνος και Αγ. Ευστράτιος, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη σύμφωνη γνώμη των χωρών που έχουν υπογράψει τη συνθήκη της Λοζάννης. Τα συμβαλλόμενα κράτη δεν έχουν εκφράσει μια τέτοια γνώμη μέχρι σήμερα. »Στο 12ο άρθρο της συνθήκης της Λοζάννης δεν υ6πάρχει κάποιος περιορισμός της κυριαρχίας για τα νησιά Ιμβρος, Τένεδος και Μαυριά. Ήδη το να ειπωθεί ότι ένας περιορισμός ο οποίος έχει θεσπιστεί για την Ελλάδα έχοντας υπόψη την ασφάλεια της τουρκίας περιλαμβάνει και τα νησιά τα οποία είναι υπό τουρκική κυριαρχία δεν ταιριάζει με το λόγο και το πνεύμα του 12ου άρθρου. »Η Σύμβαση των Στενών του Μοντρέ, ενώ τερματίζει το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς των τουρκικών νησιών Ιμβρου, Τενέδου και Μαυριάς, δεν έχει αλλάξει το καθεστώς της Λήμνου και της Σαμοθράκης που ενυπάρχει στο 12ο άρθρο της Λοζάννης».
Β. Ανατολικές Σποράδες. »Από αυτά τα νησιά τα οποία έχουν αφεθεί στην Ελλάδα σύμφωνα με το 12ο άρθρο της Συνθήκης της Λοζάννης, το στρατιωτικό καθεστώς της Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, ρυθμίζεται από το 13ο άρθρο της εν λόγω συνθήκης . »σύμφωνα με αυτό, στα κατοικημένα νησιά δεν θα κατασκευαστεί καμία ναυτική βάση και κανένα οχυρωματικό έργο. Με το σκεπτικό της εσωτερικής ασφάλειας μια περιορισμένη δύναμη αστυνομίας έχει εξαιρεθεί από το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς».
Γ. Δωδεκάνησα »Τα 13 νησιά που βρίσκονται σε αυτή την περιοχή και αναφέρονται ονομαστικά, η νήσος Μεγίστη καθώς και οι παρακείμενες σε αυτά βραχονησίδες, σύμφωνα με το άρθρο 14/2 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων και της Παραγράφου του ΧΙΙΙ Παραρτήματος της εν λόγω συνθήκης, έχουν πλήρως αποστρατιωτικοποιηθεί. Αν και η τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στηνΣυνθήκη του 1947, η αποστρατιωτικοποίηση που υπάρχει στη Συνθήκη έχει γίνει αποδεκτή, έχοντας υπόψη την ασφάλεια της τουρκίας. Από αυτή την αφετηρία η τουρκία μπορεί να επικαλεστεί την καταπάτηση της ρήτρας της αποστρατιωτικοποίησης, επειδή έχει έννομο συμφέρον από μια ρήτρα η οποία έχει γίνει αποδεκτή προς όφελός της. Συμπέρασμα Το πρόβλημα του αφοπλισμού των αποστρατιωτικοποιημένων ελληνικών νησιών αποτελεί μόνο ένα τμήμα της τουρκοελληνικής διαφοράς στο Αιγαίο. Η Ελλάδα, παρά τις ξεκάθαρες ρήτρες των διεθνών συμφωνιών, συνεχίζει να εξοπλίζει τα νησιά των οποίων η κυριαρχία της έχει μεταβιβαστεί με τον όρο να είναι αποστρατιωτικοποιημένα. Πέραν και αυτού, είναι γνωστό ότι η Ελλάδα πραγματοποιεί στρατιωτικές δραστηριότητες σε κάποιες νησίδες και βραχονησίδες οι οποίες δεν της έχουν μεταβιβαστεί με τις συνθήκες. »η ελλάδα αναζητά πολιτική υποστήριξη στα διεθνή fora για να νομιμοποιήσει de facto την κατάσταση που έχει δημιουργήσει. » σαν αφορμή για όλα αυτά ισχυρίζεται ότι η πραγματική απειλή προς αυτήν προέρχεται από την τουρκία. Έτσι με αφορμή της δήθεν τουρκικής απειλής, προσπαθεί να αποκρύψει τις δραστηριότητές της που απειλούν την ασφάλεια της τουρκίας. » η Ελλάδα, η οποία αφ’ ενός προσπαθεί να θέσει υπό ΝΑΤΟική διοίκηση τα στρατεύματα και τα αεροσκάφη της στη Λήμνο και αφ εταίρου καταβάλλει προσπάθειες για να ανοιχτούν σε ΝΑΤΟικές επισκέψεις πλοίων τα νησιά της Δωδεκανήσου και κυρίως η Ρόδος, δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στην τουρκία. »από την εξέταση των τουρκοελληνικών προβλημάτων στο αιγαίο διαφαίνεται ξεκάθαρα η σημασία του καθορισμού του εδαφικού καθεστώτος των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων τα οποία δεν έχουν μεταβιβαστεί στην Ελλάδα με συνθήκες. Εάν δεν επιλυθεί αυτό το πρόβλημα, δεν έχει νόημα η επίλυση των προβλημάτων σχετικά με την αρμοδιότητα επί των θαλασσίων περιοχών και τον εναέριο χώρο, τα οποία συνεχίζονται από το παρελθόν»…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: