Τεράστια η τρύπα των τραπεζών δεν καλύπτεται με «εγγυήσεις»
«Η διαδικασία μέσω της οποίας οι τράπεζες παράγουν χρήματα είναι τόσο απλή , που το μυαλό την αποστρέφεται» υποστήριξε σε κάποιο κείμενό του ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ.
Ισως λοιπόν, λόγω αυτής της «αποστροφής» δικαιολογημένα δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε όλα ή κάποια από αυτά που ακούμε τον τελευταίο καιρό για τα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού προβλήματος παγκοσμίως και στην Ελλάδα ειδικότερα.
Εκνευριστικά… απλό
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτό το «απλό»: Οι τράπεζες κερδίζουν πουλώντας και αγοράζοντας χρήμα. Προφανώς στόχος τους είναι να αγοράζουν φτηνά και να πωλούν ακριβά.
Αυτός είναι ίσως ένας ακόμη λόγος αποστροφής ειδικά όσων είναι κατά κανόνα υποχρεωμένοι να αγοράζουν (δανείζονται) χρήμα από την τράπεζα. Ανάλογη αποστροφή προκαλείται και σε όσους πωλούν (καταθέτουν) στην τράπεζα καθώς διαπιστώνουν το περιθώριο κέρδους που έχει η τράπεζα από την αγοροπωλησία του ίδιου ακριβώς «προϊόντος». Του χρήματος. Δικαιολογημένη υπό αυτές τις συνθήκες η αποστροφή του κοινού νου από την «απλή λογική» των κανόνων που επιτρέπουν στην τράπεζα το ίδιο προϊόν (χρήμα) να το αγοράζει φτηνά και να το πουλά ακριβά, κάποιες μάλιστα φορές όπως στην παρούσα οικονομική κρίση, πανάκριβα.
Από την οπτική γωνία της τράπεζας λοιπόν
· Οι καταθέσεις των πελατών της εγγράφονται στα «έξοδά» της, καθώς πρόκειται για την από μέρους της αγορά χρήματος
· Αντίθετα οι χορηγήσεις (δάνεια) προς τους πελάτες της εγγράφονται στα έσοδα, αφού πρόκειται για το χρήμα που η τράπεζα πουλά.
«παράλογη» πρακτική
Σήμερα, εν μέσω της κρίσης, παρακολουθούμε μια πρακτική των εμπορικών τραπεζών που με πρώτη ματιά φαίνεται «παράλογη». Την ίδια στιγμή που οι Κεντρικές Τράπεζες μειώνουν τα επιτόκια οι εμπορικές τράπεζες διεθνώς και ειδικότερα οι ελληνικές έχουν επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου πλειοδοσία στην τιμή των επιτοκίων. Δηλαδή οι τράπεζες αυξάνοντας τα επιτόκια ουσιαστικά αυξάνουν τη τιμή που οι ίδιες αγοράζουν το χρήμα. Αυξάνουν δηλαδή τα έξοδά τους.
Στην ελληνική πιάτσα η εικόνα είναι σε γενικές γραμμές η ακόλουθη:
· Καμία τράπεζα δε θέλει να χάσει λεφτά πελατών της και προσπαθεί να προσελκύσει νέες καταθέσεις, προσφέροντας 6 με 7,50% επιτόκιο. Η πλειοδοσία μεταξύ των τραπεζών εντείνεται καθώς βρισκόμαστε στο τελευταίο δίμηνο του χρόνου, τελευταία ευκαιρία για εγγραφή ικανοποιητικών δεικτών στους ισολογισμούς.
· «Μαζεύοντας» το χρήμα που κυκλοφορεί στην πιάτσα σε ακριβή τιμή, οι τράπεζες θα το πωλήσουν πολύ ακριβότερα. Ενδεικτικές τιμές επιτοκίων στην ελληνική τραπεζική αγορά: στέγη: 70% αξίας ακινήτου πάνω από 6,50% για 200.000
Επιχειρηματικά δάνεια (μικρομεσαίες 2,5 εκ τζίρο) (από 8,5- 11,5%)
καταναλωτικά: (από 12- 16%)
κάρτες: (16- 20%)
που πήγε το χρήμα
Προφανώς αυτήν την εποχή το χρήμα είναι δυσεύρετο και για αυτό το λόγο αναγκάζεται η τράπεζα να το αγοράζει πανάκριβα. Τι όμως είναι αυτό που ξαφνικά «εξαφάνισε» και ταυτόχρονα ακρίβυνε το χρήμα;
Η αναζήτηση της απάντησης σχετίζεται με τις πολιτικές επιλογές που υιοθέτησαν οι ηγέτιδες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης. Στη βάση αυτών των επιλογών διαμορφώθηκαν οι κανόνες του χρηματοπιστωτικού συστήματος με τους οποίους λειτουργούν οι τράπεζες τις τελευταίες δεκαετίες. Ειδικότερα μετά το τέλος του διπολισμού και την επικράτηση της αμερικανικής μονοκρατορίας η «υπεραισιοδοξία» του νεοφιλελευθερισμού για τις ρυθμιστικές ικανότητες του «αόρατου χεριού της αγοράς» ανέτρεψαν «παρωχημένα» τραπεζικά αξιώματα. Ένα από αυτά ήταν ο λόγος μεταξύ καταθέσεων και χορηγήσεων.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον «χρυσό κανόνα» κάθε τράπεζα για π.χ. 70 ευρώ χορηγήσεις (δάνεια που έδινε) θα έπρεπε να διατηρεί 100 ευρώ αποθεματικά.
Μέσα στο κλίμα της φρενήρους παγκόσμιας ανακατάταξης μετά το τέλος του διπολισμού ολόκληρος ο κόσμος στην κυριολεξία έμαθε να ζει και να κινείται με δανεικά. Συνέπεια της νέας παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας και η αλλαγή του λογιστικού λόγου που προαναφέραμε.
· Σήμερα μόνο δύο ελληνικές τράπεζες διαθέτουν αποθεματικά μεγαλύτερα των υποχρεώσεών τους. Της μιας οι υποχρεώσεις ανέρχονται στο 80% και της άλλης στο 90% των αποθεματικών τους. Οι υπόλοιπες ελληνικές τράπεζες βρίσκονται μεταξύ του 120 και 150%. Δηλαδή, τα διαθέσιμα είναι 100 και οι υποχρεώσεις από 120 μέχρι 150 κατά μέσο όρο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι ακόμη χειρότερος και κινείται στο 170%
Πουλούσαν αέρα
Απλοποιώντας όσο αυτό είναι δυνατό τα όσα είπαμε περί του λόγου μεταξύ αποθεματικών και χορηγήσεων των τραπεζών καταλήγουμε σε ένα προφανές από τους αριθμούς συμπέρασμα:
· Οι τράπεζες πουλούσαν (δάνειζαν) χρήμα που δεν διέθεταν στα αποθεματικά τους. Πουλούσαν, δηλαδή, αέρα ο οποίος «φούσκωνε» το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα με προσδοκίες.
Περιγράφοντάς τα παραπάνω με μια εικόνα είναι σαν να καλείται η πραγματική οικονομία να φυσά με όλες της τις δυνάμεις για να διατηρηθεί το παγκόσμιο αερόστατο σε πτήση. Όμως, κάποια στιγμή έρχεται η «κόπωση». Ισως και οι πιστωτές…
Αναγκαία παρένθεση
Δεν είναι μυστικό ότι οι ΗΠΑ κυριαρχούν σ αυτό που ονομάζουμε παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η κυριαρχία τους εκφράζεται από τη δυνατότητα που είχαν, μετά το τέλος του β παγκοσμίου πολέμου αλλά και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης να διαμορφώνουν και να επιβάλουν στους υπόλοιπους τους κανόνες του παγκόσμιου οικονομικού παιχνιδιού. Οι θεσμοί του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από την Ουάσιγκτον.
Ο έλεγχος του παιχνιδιού επέτρεψε μέχρι τώρα στις ΗΠΑ να μετακυλά μέρος των δαπανών και εξόδων της στον υπόλοιπο κόσμο. Όμως η υπερδύναμη τα τελευταία ειδικά χρόνια κατασπατάλησε ασύλληπτους σε μέγεθος πόρους, δανεισμένους σε μεγάλο βαθμό από τον υπόλοιπο κόσμο, προκειμένου να εδραιώσει την αυτοκρατορική της ισχύ. Τα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια εξωτερικό χρέος περιγράφουν το «άνοιγμα» της Ουάσιγκτον. Ένα άνοιγμα που δεν είναι απ ότι φαίνεται διατεθειμένοι να το μοιραστούν μαζί της ούτε οι στενότεροι των συμμάχων της.
Διατραπεζική αγορά
Όπως είπαμε ένας τρόπος για να «αγοράσει» χρήμα η τράπεζα είναι οι καταθέσεις των πελατών της. Ενας ακόμη είναι να προσφύγει σε άλλη τράπεζα.
Ο δανεισμός μεταξύ τραπεζών γίνεται με βάση «ανοιχτές γραμμές» που διατηρούν μεταξύ τους. Οι «γραμμές» αυτές ουσιαστικά είναι αξιολογήσεις συγκεκριμένων στοιχείων και μεγεθών που κάνει η μια τράπεζα για την άλλη. Από τις αξιολογήσεις προκύπτει το ύψος της αλλά και το κόστος της πίστωσης.
Οσο το σύστημα λειτουργούσε στην διατραπεζική αγορά οι τράπεζες μπορούσαν καθημερινά και εύκολα να καλύψουν τις ανάγκες τους. Όταν «ακούστηκαν» τα κανόνια των μεγάλων αμερικανικών τραπεζών το σύστημα μπλόκαρε καθώς η «πίστη» δέχτηκε ισχυρότατος πλήγμα.
Σήμερα, για παράδειγμα, μια ευρωπαική τράπεζα που θα μπορούσε να δανείσει μια άλλη με 5,5% προτιμά να προσφέρει τα διαθέσιμα κεφάλαια στην Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα με 3,25%.
Το πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών
Η ΕΚΤ είναι σήμερα μέσα στην κρίση η βασική «δεξαμενή» απ όπου οι τράπεζες μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια. Το διαθέσιμο χρήμα ωστόσο είναι ελάχιστο σε σχέση με τις ανάγκες των τραπεζών και «μοιράζεται» με βάση την πιστοληπτική ικανότητα της τράπεζας αλλά κυρίως της χώρας προέλευσής της.
Με άλλα λόγια οι ελληνικές τράπεζες πληρώνουν το έτσι κι αλλιώς δυσεύρετο χρήμα στην ευρωπαική αγορά μέχρι και 405 ακριβότερα απ ότι το πληρώνουν οι Γερμανικές τράπεζες, για παράδειγμα.
Ο φαύλος κύκλος
Η αναζήτηση χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες ολοκληρώνεται με τον άκρατο και πανικόβλητο ανταγωνισμό στο εσωτερικό. Αφού είναι εξαιρετικό δύσκολο να βρεθεί χρήμα στη διατραπεζική αγορά, συνεχίζεται το κυνήγι με την προσφορά υψηλών επιτοκίων για καταθέσεις. Όμως, όπως είπαμε, υψηλά επιτόκια σημαίνει για τις τράπεζες μεγαλύτερα έξοδα…
Οι ελληνικές τράπεζες, στην παρούσα φάση εμφανίζονται πρόθυμε να πληρώσουν ακριβά το χρήμα προκειμένου να καλύψουν την τρύπα στο αποθεματικό τους. Ενώ, λοιπόν, αγοράζουν ακριβά, περιορίζουν τις χορηγήσεις, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στην «πραγματική οικονομία».
Η δυσκολία χρηματοδότησης των επιχειρήσεων ξεκινά την αλυσιδωτή αντίδραση η οποία τελικά τινάζει στον αέρα το πορτοφόλι των πολιτών οι οποίοι αδυνατούν όχι απλώς να συνεχίσουν την επί πίστωση κατανάλωση, αλλά να ικανοποιήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις που έχουν ήδη αναλάβει.
«Μαύρο σενάριο»
Με δεδομένο ότι το σύνολο των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες φτάνει τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιλαμβάνεται κανείς τι μπορεί να σημάνει η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Το ταμείο εγγυήσεων των ελληνικών καταθέσεων ήταν κοντά στο 1 δισεκατομμύριο ευρώ πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Τώρα ορίζεται στα 5 δισεκατομμύρια. Είναι προφανές ότι οι εγγυήσεις του συνόλου των καταθέσεων από την ελληνική κυβέρνηση, βασίζεται στην ελπίδα, εκτίμηση ή ευχή ότι το σύστημα θα αντέξει. Γιατί αν δεν αντέξει, απαιτούνται 2,5 προϋπολογισμοί…




